βλεφαρίς

βλεφᾰρ-ίς, ίδος, ,
A eyelash, Ar.Ec. 402: mostly in pl., Id.Eq.373, X.Mem.1.4.6, Arist.PA658a11.
II = βλέφαρον, eyelid, Id.HA504a29.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλεφαρίς — eyelash fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίς — η βλ. βλεφαρίδα …   Dictionary of Greek

  • βλεφαρίδα — βλεφαρίς eyelash fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίδας — βλεφαρίς eyelash fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίδες — βλεφαρίς eyelash fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίδι — βλεφαρίς eyelash fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίδος — βλεφαρίς eyelash fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίδων — βλεφαρίς eyelash fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίσι — βλεφαρίς eyelash fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίσιν — βλεφαρίς eyelash fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφαρίδ' — βλεφαρίδα , βλεφαρίς eyelash fem acc sg βλεφαρίδι , βλεφαρίς eyelash fem dat sg βλεφαρίδε , βλεφαρίς eyelash fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.